ΕΛΑΙΟΛΑΔΟ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑ

Το ελαιόλαδο, παράγωγο εκθλίψεως του ελαιοκάρπου (της ελιάς) περιέχει σε μεγάλο ποσοστό διάφορα λιπαρά οξέα, με την μορφή γλυκεριδίων.  Το κυριότερο από αυτά είναι ένα μονοακόρεστο  λιπαρό οξύ, που ονομάζεται ελαϊκό οξύ.  Εκτός από αυτό, το ελαιόλαδο περιέχει και άλλα λιπαρά οξέα, (π.χ. λινολεϊκό οξύ) όπως επίσης και άλλα ιχνοστοιχεία, όπως βιταμίνες Α και Ε, καθώς και μια πληθώρα άλλων ουσιών, που ονομάζονται αντιοξειδωτικές ουσίες.

Οι αντιοξειδωτικές ουσίες προστατεύουν τα κύτταρα από βλάβες που οφείλονται σε οξείδωση στοιχείων τους.  Οι οξειδωτικές ουσίες προέρχονται από την δράση τροφών, άλλων ουσιών (π.χ. καπνός), επίδραση εξωγενών παραγόντων (π.χ. υπεριώδης ακτινοβολία ή χημικά καρκινογόνα), ή από τον ίδιο τον κυτταρικό μεταβολισμό. 

Το ελαιόλαδο είναι μια πολύ πλούσια πηγή αντιοξειδωτικών ουσιών, περιέχοντας προβιταμίνη Α, βιταμίνη Ε, και μια ολόκληρη κατηγορία ουσιών, τις πολυφαινόλες, με ειδική αντιοξειδωτική δράση. 

Το extra παρθένο ελαιόλαδο ψυχρής εκθλίψεως, αποτελεί μια πολύ πλουσιότερη πηγή από ό,τι άλλα ελαιόλαδα, ή ακόμα άλλα λίπη και έλαια.  Εκτός της αντιξειδωτικής τους δράσεως, ορισμένες από τις ουσίες αυτές έχουν θεωρηθεί υπεύθυνες και για ορισμένες αντικαρκινικές δράσεις του ελαιολάδου.

Το Μεσογειακό Πρότυπο Διατροφής και η Κρητική Δίαιτα

Ήδη ήταν γνωστό από παλαιά, ότι οι πληθυσμοί της Μεσογείου, κοιτίδος εξ άλλου πολλών πολιτισμών της αρχαιότητος, ζούσαν περισσότερο και έπασχαν από  λιγότερες ασθένειες, συγκρινόμενοι με πληθυσμούς άλλων περιοχών.

Με την πρόοδο των βιοϊατρικών επιστημών αλλά και των επιδημιολογικών μεθόδων, μετά τον  Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και με τη συνεργασία των διάφορων χωρών, άρχισαν πολλές μελέτες επιδημιολογικού χαρακτήρα, στην προσπάθεια να αποκαλυφθούν παράγοντες οι οποίοι εσχετίζοντο με την ύπαρξη  ή την εξέλιξη διαφόρων νόσων. Λόγω της σχετικά μεγάλης επιπτώσεως καρδιοπαθειών και καρκίνου, πολλές από τις μελέτες αυτές επικεντρώθηκαν στις δύο αυτές μάστιγες του  σύγχρονου κόσμου.

Οι επιδημιολογικές μελέτες παρουσιάζουν αρκετές δυσκολίες.  Πράγματι, ο υπό μελέτη πληθυσμός πρέπει να εξετάζεται και να παρακολουθείται για μεγάλα χρονικά διαστήματα με τις ίδιες μεθόδους.  Οι εξωτερικές επιδράσεις θα πρέπει να ελέγχονται, και εάν είναι δυνατόν να ελαχιστοποιούνται.  Η μεθοδολογία θα πρέπει να είναι πλήρως ελεγχόμενη, όπως και η στατιστική επεξεργασία των δεδομένων.  Το δείγμα του πληθυσμού, ο οποίος μελετάται, θα πρέπει να είναι, τέλος, αρκετά μεγάλο, ώστε να μπορούν με την προβολή του στον γενικό πληθυσμό, να εξαχθούν στατιστικά σημαντικά συμπεράσματα.

Έτσι, οι καλύτερες επιδημιολογικές μελέτες έχουν γίνει, είτε σε κλειστούς πληθυσμούς στους οποίους η αλληλεπίδραση με άλλες ομάδες ήταν περιορισμένη, είτε με διακρατική επιστημονική έρευνα, με σύγκριση αντιστοίχων πληθυσμών διαφόρων γεωγραφικών περιοχών, με σαφώς καθορισμένα περιβαλλοντικά, διατροφικά και άλλα στοιχεία.  Μια τέτοια μελέτη είναι η μελέτη των επτά χωρών. 

Η μελέτη των επτά χωρών είναι μία τεράστια επιδημιολογική μελέτη σε 11.500 άτομα, η οποία έγινε στις δεκαετίες 1950 και 1960.  Μελετήθηκαν κάτοικοι επτά διαφορετικών γεωγραφικών περιοχών:  Κρήτης και Κέρκυρας, Δαλματικών ακτών, Κάτω Ιταλίας, Ολλανδίας, Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και Ιαπωνίας, αναφορικά με τις διατροφικές τους συνήθειες και την επίπτωση διαφόρων ασθενειών, όπως οι καρδιοπάθειες και ο καρκίνος.  Τα συμπεράσματα δημοσιεύθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1980, και περιληπτικά μπορούν να διατυπωθούν ως ακολούθως:

Αναφορικά με τις καρδιοπάθειες, φαίνεται ότι όλες οι Μεσογειακές χώρες που συμμετείχαν στην μελέτη (Ιταλία, Γιουγκοσλαβία, Κέρκυρα), έχουν πολύ μικρότερη θνησιμότητα από ό,τι οι Βόρειες χώρες.

Σχετικά με την θνησιμότητα από καρκίνο, οι ίδιες χώρες παρουσιάζουν σημαντικά χαμηλότερη θνησιμότητα από ό,τι οι Ηνωμένες Πολιτείες, Βόρειες χώρες, ή η Ιαπωνία.

Ανάλογα συμπεράσματα ισχύουν και για τη συνολική θνησιμότητα των υπό μελέτη πληθυσμών.

Λεπτομερέστερη ανάλυση των αποτελεσμάτων της μελέτης έδειξαν ότι πληθυσμοί, με αντίστοιχο βιοτικό επίπεδο, μόλυνση περιβάλλοντος και στρες διέφεραν σημαντικά αναφορικά με τη συχνότητα καρδιοπαθειών και καρκίνου.  Ο μόνος παράγων ο οποίος τις διαφοροποιούσε ήταν η δίαιτά τους, και συγκεκριμένα η ποιότητα των λιπαρών ουσιών, η σύσταση των λιπών, καθώς και η ημερησία κατανομή μεγάλων κατηγοριών θρεπτικών ουσιών.  Επί τη βάσει των στοιχείων αυτών, προετάθη ο όρος 'Μεσογειακή Δίαιτα', αναφερόμενος στον τρόπο διατροφής του πληθυσμού των χωρών που περιβάλλουν την λεκάνη της Μεσογείου. 

Τέλος, η Κρήτη, διαφοροποιείται περαιτέρω, ιδιαίτερα αναφορικά με τις καρδιοπάθειες.  Μελέτη των αποτελεσμάτων της έρευνας δείχνει ότι η συχνότητα των καρδιοπαθειών και της ολικής θνησιμότητας του πληθυσμού, και λιγότερο των θανάτων από νεοπλασίες είναι πολύ χαμηλότερη στην Κρήτη, ακόμα και συγκρινόμενη με αυτήν  άλλων  Μεσογειακών πληθυσμών. 

Το 'Κρητικό παράδοξο' αυτό οδήγησε στην καλύτερη διερεύνηση της Κρητικής Δίαιτας σε αντιδιαστολή με την Μεσογειακή Δίαιτα, και την εξαγωγή ορισμένων συμπερασμάτων αναφορικά με τις ιδιαιτερότητές της.  Τέλος, αξίζει  να σημειωθεί ότι, μετεμφύτευση της Κρητικής Δίαιτας σε πληθυσμούς οι οποίοι διετρέφοντο με διαφορετικό τρόπο, οδήγησε σε ομαλοποίηση των μεταβολικών δεικτών τους, πολύ γρήγορα, σε διάστημα μόλις μερικών εβδομάδων.

Η Κρητική Δίαιτα διαφέρει πράγματι σημαντικά από την αντίστοιχη Μεσογειακή ως προς την κατανάλωση ψωμιού και αλκοόλ (είναι χαμηλότερη) ενώ η κατανάλωση οσπρίων, φρούτων και λαδιού είναι σημαντικά υψηλότερη.  Ως εκ τούτου, πιστεύουμε, και μαζί μας πολλοί άλλοι ερευνητές, ότι η Κρητική δίαιτα, τουλάχιστον, όπως αυτή περιγράφεται στην δεκαετία του '60 και '70, αποτελεί ιδιαίτερη διατροφική οντότητα, διάφορη από αυτήν της Μεσογειακής Δίαιτας.

Επιστροφή